Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Εναλλακτικές Πραγματικότητες

Ο Αλέξανδρος άνοιξε τα μάτια του απότομα. Βρισκόταν ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στο χορτάρι και το κεφάλι του πονούσε αφόρητα. Κοίταξε τον ουρανό και το ελαφρό αεράκι μαστίγωσε απαλά το πρόσωπό του. Τα σύννεφα έπαιζαν διαρκώς με τον άνεμο και η κίνησή τους έμοιαζε αιώνια. Είδε ανθρώπους και θεούς να σχηματίζονται μπροστά από το γαλάζιο φόντο του ουρανού, νεράιδες και ξωτικά να παίζουν με τα ραβδιά τους στην αέναη κίνηση του σύμπαντος. Ήθελε να μείνει για πάντα εκεί και να γίνει ένα με όλη την πλάση, ο πόνος όμως χτυπούσε τα μηνίγγια του αλύπητα και έκανε μία κίνηση να σηκωθεί. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ακόμη το σπαθί του που ήταν βαμμένο κόκκινο από το αίμα. Σήκωσε το αριστερό του χέρι και έβγαλε την περικεφαλαία που φορούσε. Είχε ένα μεγάλο βαθούλωμα στο αριστερό μέρος και ήταν τσακισμένη. Ανακάθισε και έπιασε το κεφάλι του. Ένας μορφασμός πόνου σχηματίστηκε στα μάτια του καθώς έπιασε το μεγάλο καρούμπαλο που ορθωνόταν κάτω από τα κατάμαυρα μαλλιά του. Το κράνος του είχε σώσει τη ζωή.

Κοίταξε γύρω του το τοπίο. Σε αντίθεση με τον ουρανό δεν υπήρχε τίποτα όμορφο να παρατηρήσει. Παντού υπήρχαν πτώματα διαμελισμένα, πεσμένα στο έδαφος με διάφορες στάσεις. Είδε ανθρώπους νέους με όμορφα πρόσωπα να κείτονται νεκροί, γέρους με περήφανες κορμοστασιές να έχουν γείρει στο έδαφος καταδικασμένοι να μην σηκωθούν ποτέ από εκεί. Είδε ορθάνοιχτα μάτια να κοιτούν το άπειρο με τη φρίκη ζωγραφισμένη πάνω τους. Και ήταν μάτια νεανικά όλα τους με όνειρα και ελπίδες για το μέλλον. Κι όμως φαίνονταν όλα τόσο στάσιμα εκείνη τη στιγμή. Ο τροχός του χρόνου είχε σταματήσει για όλους εκείνους που πολέμησαν σε αυτό το πεδίο και ο Άδης είχε στείλει τα κοράκια του να κάνουν βόλτες πάνω από τα τυραννισμένα κορμιά.

Έβαλε όλη του τη δύναμη και σηκώθηκε όρθιος. Ένιωθε πολύ ζαλισμένος αλλά κατάφερε να στυλώσει τα πόδια του. Πέρασε το σπαθί του στο χρυσοκέντητο ζωνάρι που κοσμούσε τη μέση του και πήρε από κάτω μια ασπίδα που ήταν σε καλή κατάσταση. Στη ζώνη του είχε κρεμασμένο ένα φλασκί με νερό, που ευτυχώς δεν είχε τρυπήσει. Ήπιε μερικές γουλιές από το φλασκί και μούσκεψε το πρόσωπο του με το δροσερό περιεχόμενο του. Τώρα ήταν πολύ καλύτερα και αποφάσισε να προχωρήσει. Το μέρος αυτό του προκαλούσε αηδία και έπρεπε να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Ξεκίνησε να περπατάει ανάμεσα στα πτώματα και μαύρο σκοτάδι ήρθε και τύλιξε τις σκέψεις του. Αναρωτήθηκε για πιο λόγο έπρεπε όλοι αυτοί οι άνθρωποι να βάλουν τέλος στη ζωή τους με αυτό τον τρόπο, ποιοι λόγοι τους οδήγησαν να πολεμήσουν με τόσο μίσος και τόση μανία. Προσπάθησε να φέρει στο νου του τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει τις προηγούμενες μέρες, όμως όσο και να προσπάθησε στο μυαλό του υπήρχε κενό. Θυμόταν μόνο ορισμένες σκηνές από τη μάχη και τίποτα περισσότερο από αυτό. Τουλάχιστον ήξερε το όνομά του και αυτό τον παρηγορούσε κάπως. Κοίταξε στο βάθος και είδε καπνούς που μαρτυρούσαν ζωντανή ανθρώπινη ύπαρξη. Ξεκίνησε να οδεύει κατά κει με γρήγορους ρυθμούς και δεν πρόσεξε τους μαυροφορεμένους καβαλάρηδες που τον παρακολουθούσαν από μακριά.

Σε λίγο άκουσε καλπασμούς και γύρισε το κεφάλι του να δει. Τρεις ιππείς κάλπαζαν σαν μανιασμένοι με κατεύθυνση προς αυτόν. Στα χέρια τους κράδαιναν τα κυρτά σπαθιά τους και από τα στόματά τους έβγαιναν άγριες, άναρθρες κραυγές. Ο Αλέξανδρος κατάλαβε πως αν έμενε εκεί αδρανής θα έρχονταν οπωσδήποτε το τέλος του. Κοίταξε γύρω του και είδε ένα κάρο παρατημένο με τα άλογα νεκρά μπροστά. Έτρεξε κατά κει και πήδηξε πάνω.

Ξεθηκάρωσε το σπαθί του και σήκωσε την ασπίδα του. Σε λίγο οι καβαλάρηδες τον έφτασαν και άρχισαν να ουρλιάζουν πιο δυνατά ακόμα. Περικύκλωσαν το κάρο και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούν στο θύμα τους. Ο Αλέξανδρος περίμενε καρτερικά στο κάρο με την ασπίδα ορθωμένη μπροστά του και το σπαθί στο άλλο χέρι. Κάποια στιγμή ο πρώτος από τους σαρικοφορεμένους άνδρες έβγαλε έναν πολύ δυνατό αλαλαγμό και πηδώντας από το άλογό του βρέθηκε πάνω στο κάρο. Ο Αλέξανδρος με μια αστραπιαία κίνηση έγειρε το κορμί του και ύψωσε ψηλά τη ασπίδα του. Και τότε όρμισε επιδέξια στον αντίπαλό του καταφέρνοντάς του μία πολύ γερή σπαθιά στα πλευρά. Πηχτό αίμα πετάχτηκε από την πληγή του μελαψού άνδρα που γονάτισε τρεμάμενος. Οι άλλοι δύο βλέποντας αυτό το θέαμα κοντοστάθηκαν και κατάρες άρχισαν να εκσφενδονίζονται από τα στόματά τους. Με τα μαύρα μάτια τους να βγάζουν φλόγες κάρφωσαν τα βλέμματά τους στον Αλέξανδρο, που ετοιμαζόταν να δεχθεί καινούρια επίθεση.

Ξαφνικά όμως το βλέμμα τους πάγωσε μπροστά στο θέαμα που αντίκρισαν. Ποιος δαίμονας ήταν αυτός που αντιμετώπιζαν, του οποίου τα μάτια από καστανά έγιναν μελί και στη συνέχεια κόκκινα; Τι ήταν αυτός που τους κοιτούσε και οι φλέβες του φούσκωναν σε όλο το πρόσωπό του, που τα μηνίγγια του χτυπούσαν αλύπητα σε τόσο γρήγορο ρυθμό; Όμως δε δίστασαν, γιατί ήταν παιδιά του προφήτη και αυτός θα τους έστελνε στον παράδεισο αν έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Πήδηξαν ταυτόχρονα στο κάρο και κατέβασαν δυνατά τα κυρτά σπαθιά τους.

Όμως εκείνος ήταν ο Αλέξανδρος, η μηχανή του πολέμου, ο ψυχοφονιάς, καταδικασμένος να παίρνει ζωές, εμποτισμένος από την αρχέγονη οργή των θεών όταν αυτοί πολεμούσαν τους τιτάνες, το αγαπημένο παιδί του Πλούτωνα, ο τροφοδότης του Άδη, ήταν ο Αλέξανδρος ο δυνατός, ο διψασμένος για αίμα, ο αιμοσταγής, ο αιώνιος πολεμιστής.

Σήκωσε πάλι δυνατά την ασπίδα του και το κυρτό σπαθί θρυμματίστηκε στην σκαλισμένη επιφάνειά της. Όμως και το σπαθί του δεν έμεινε αμέτοχο στο άλλο χέρι, γιατί το όνομα του ήταν σκοτεινός εκδικητής και τροφή του ήταν οι ψυχές των ανθρώπων. Με τρομερή δύναμη εκσφενδονίστηκε προς το δεύτερο άνδρα και διαπέρασε το κρανίο του ακριβώς πάνω από τη συμβολή των φρυδιών. Με μία κραυγή που απότομα μετατράπηκε σε κλάμα ο μελαψός άνδρας άφησε τα πεδία της γης για τα αιώνια βασανιστήρια του Άδη, γιατί δεν σκοτώθηκε από ένα συνηθισμένο σπαθί αλλά από το πιο σκοτεινό που υπήρξε ποτέ, από ένα εργαλείο κατασκευασμένο στις φωτιές, στα έγκατα του βασιλείου του Πλούτωνα.

Ο Αλέξανδρος όρμισε με τα γυμνά του χέρια στον απροστάτευτο λαιμό του άνδρα που είχε απομείνει. Παρά τις δυνατές μπουνιές που δέχτηκε στο πρόσωπό του, γιατί σε τέτοιες στιγμές υπάρχει το αίσθημα της επιβίωσης που υπερτερεί ακόμα και από την αρχέγονη οργή που τον διακατείχε, τα χέρια του έκλεισαν σαν τανάλια και άρχισαν να ρουφάν στάλα στάλα τη ζωή του σαρικοφορεμένου καβαλάρη.

Όμως και στις χειρότερες στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας, ακόμα και σε στιγμές τόσης κτηνωδίας που ο άνθρωπος χάνει την υπόστασή του, μπορεί να υπάρξει οίκτος. Και το βλέμμα εκείνου του καβαλάρη ήταν τόσο αθώο, τόσο παιδικό. Η ηλικία του δεν ξεπερνούσε τα είκοσι χρόνια και τα μάτια του πρόδιδαν απειρία στον πόλεμο και στα βάσανα της ζωής. Κλάμα ανάβλυζε από τα όμορφα, μαύρα μάτια του καθώς προσπαθούσε να πάρει ανάσα, την τελευταία ίσως της ζωής του.

Και αυτό το βλέμμα ήταν που ταρακούνησε τον Αλέξανδρο. Τράβηξε απότομα τα χέρια του και πισωπάτησε. Λαχανιασμένος όπως ήταν συνειδητοποίησε πως απέναντί του υπήρχε ένα παιδί. Οι κόγχες του διαστάλθηκαν και το χρώμα των ματιών του έγινε πάλι καστανό. Κοίταξε το νεαρό που προσπαθούσε να ανακτήσει την αναπνοή του. Ένα αίσθημα απόγνωσης τον πλημμύρισε. Τράβηξε το σπαθί του από το πτώμα και το σήκωσε απειλητικά στον αέρα. Και παρά τις προσταγές του ίδιου του σπαθιού για να χτυπήσει, που τώρα μιλούσε με ανθρώπινη φωνή, το πέταξε με όλη του τη δύναμη όσο πιο μακριά μπορούσε. Χωρίς να σκεφτεί καλά καλά τις πράξεις του, έκανε ένα άλμα και βρέθηκε στη ράχη του αλόγου που ήταν δίπλα του. Τότε άρχισε να καλπάζει γρήγορα καθώς οι μνήμες από τον πόλεμο γυρνούσαν στο κεφάλι του.

Ο πόλεμος μαίνονταν άγριος εδώ και πολύ καιρό. Οι εδαφικές διαφορές που χώριζαν τους δύο λαούς έπρεπε να λυθούν. Και η μοναδική λύση ήταν ο πόλεμος. Η έκβαση του θα αποφασιζόταν σε αυτά τα πεδία. Η μεγάλη μάχη θα άρχιζε και αυτός θα έπαιρνε μέρος σαν αξιωματικός που ήταν, γιατί λεγόταν Αλέξανδρος ο αιμοβόρος, διοικητής του τρίτου τάγματος. Κανένας θνητός δε μπορούσε να σταθεί μπροστά του όταν τον κυρίευε η οργή του. Κανένα σπαθί δεν συγκρινόταν με το δικό του που μπορούσε να διαπεράσει κάθε είδους πανοπλία.

Η μάχη ξεκίνησε με το πρώτο φως της μέρας. Και οι δύο πλευρές ύψωσαν τα βούκινα του πολέμου και το τρομακτικό βουητό τους κάλυψε όλη την περιοχή, μέχρι εκεί που έφτανε το ανθρώπινο μάτι. Όταν σταμάτησαν απλώθηκε νεκρική σιγή. Ήταν λες και η φύση πενθούσε για το χαμό που ήταν προδιαγεγραμμένος να γίνει. Οι δύο προπορευόμενοι αξιωματικοί σήκωσαν τα χέρια τους και τα κατέβασαν απότομα. Και τότε όλη η περιοχή σείστηκε από το τρέξιμο των χιλιάδων πολεμιστών που βιάζονταν να συναντήσουν τη μοίρα τους. Και ποτέ δεν θα ξαναδεί θνητός τέτοια μανία και τέτοιο μίσος όπως εκείνη τη μέρα. Και ποτέ δε χάθηκαν τόσοι λαμπροί άντρες μαζεμένοι όπως σε αυτή τη μάχη.

Όταν ήχησαν για δεύτερη φορά τα βούκινα του πολέμου ήταν η ώρα του. Οδήγησε το τάγμα του από το δυτικό λόφο και σφυροκόπησε με μανία τον εχθρό από τα πλάγια. Πολεμούσε με τρομερή δεξιοτεχνία και το σπαθί του ανεβοκατέβαινε παρασέρνοντας ότι έβρισκε μπροστά του, ξεσκίζοντας πανοπλίες και σάρκα μαζί. Το χτύπημα ήταν καίριο και ο εχθρός άρχισε στιγμιαία να υποχωρεί. Όμως ήταν πάρα πολλοί και όσους και αν σκότωνε άλλοι τόσοι έπαιρναν τη θέση τους. Όμως τον είχε κυριεύσει μανία και οργή, τα μάτια του λαμπυρίζανε, το σπαθί του είχε βαφτεί κόκκινο και το λαρύγγι του είχε κλείσει από τις κραυγές. Οι στρατιώτες του πολεμούσαν γενναία και κρατούσαν τις θέσεις τους. Είχαν συσπειρωθεί γύρω από τον αρχηγό τους και πετσοκόβανε τις τάξεις του εχθρού.

Αλλά η μάχη κράτησε σχεδόν μέχρι το σούρουπο και ο εχθρός αναπλήρωνε συνεχώς τους στρατιώτες που έχανε. Και αυτοί ήταν πιο λίγοι και τρομερά κουρασμένοι. Κάποιες γραμμές άρχισαν να σπάνε και ορισμένοι άρχισαν να υποχωρούν. Ο Αλέξανδρος ούρλιαζε στους στρατιώτες του να κρατήσουν τις θέσεις τους, απειλούσε πως θα τιμωρούσε σκληρά όποιον δείλιαζε και συνέχιζε ασταμάτητα να αφαιρεί ψυχές. Σε λίγο κανένας από τους αντιπάλους δεν ερχόταν προς το μέρος του. Όλοι προσπαθούσαν να τον αποφύγουν, αυτός όμως έτρεχε και σκότωνε αδιάκριτα όποιον έβρισκε μπροστά του. Μάλιστα σκότωσε και μερικούς δικούς του άντρες που είχαν πετάξει τα όπλα και οπισθοχωρούσαν άτακτα. Τέτοια ήταν η μανία του. Και μετά ξαφνικά όλα μαύρισαν.

Και θυμήθηκε τα πρόσωπα όλων αυτών που κείτονταν νεκροί γύρω του. Θυμήθηκε τις κραυγές τους και πως τους έκανε να σωπάσουν. Γιατί οι περισσότεροι ήταν νεκροί από το δικό του χέρι, ήταν ακρωτηριασμένοι από το δικό του σπαθί και τα δικά του χτυπήματα. Ένιωσε μια φωνή στο μυαλό του να του λέει πως αυτή ήταν η μοίρα του. Ήταν καταδικασμένος να σκοτώνει και δε μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτό. Κοίταξε στο ζωνάρι του και είδε πως το σπαθί ήταν στη θέση του ως δια μαγείας. Έκλεισε τα μάτια και ούρλιαξε όσο μπορούσε έως ότου ένιωσε έναν ανελέητο πόνο να τρυπάει το κρανίο του……

Άνοιξε τα μάτια. Ήταν σκοτάδι. Κοίταξε ψηλά, αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει ούτε αστέρια ούτε φεγγάρι. Και όμως είχε την αίσθηση πως ήταν κάπου έξω. Ένα απαλό αεράκι μαστίγωσε το πρόσωπο του, όμως δεν μπορούσε να μυρίσει εκείνες τις μυρωδιές που πλημμυρίζουν τον ανοιξιάτικο άνεμο. Τον φόβισε το σκότος. Δεν τολμούσε να σκεφτεί που μπορεί να βρισκόταν. Ξεκίνησε να περπατάει αργά αργά με τα χέρια σε πρόταση. Στο βάθος είδε ένα αμυδρό φως να σπάει τη μονοτονία του μαύρου.

Δεν ήξερε πως εμφανίστηκε, ούτε πότε εμφανίστηκε. Σίγουρα δεν υπήρχε εκεί όταν άνοιξε τα μάτια του. Η ελπίδα άρχισε να αναζωπυρώνεται μέσα του. Το βήμα του έγινε πιο γοργό και μετά από λίγο, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε να τρέχει στη μέση του πουθενά με προορισμό το μοναδικό φως που υπήρχε, με προορισμό τη λύτρωση. Ο φόβος είχε αφήσει τη θέση του σε λαχτάρα, όμως όσο και να έτρεχε δεν μπορούσε να πλησιάσει. Το φως ήταν μακριά και φαινόταν να απομακρύνεται. Όμως δεν το έβαλε κάτω αλλά συνέχισε να τρέχει, γιατί ήταν ο Αλέξανδρος που δεν τα παρατούσε ποτέ. Μια κραυγή μίσους πετάχτηκε βίαια από τα χείλη του. Και μετά τυφλώθηκε.

Τώρα υπήρχε παντού φως. Ήταν άσπρο, δυνατό, εκτυφλωτικό. Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του όμως πονούσε. Μια φωνή ήχησε στα αυτιά του.

«Ποιος είσαι ξένε;»

«Ο Αλέξανδρος. Εσύ ποιος είσαι;» απάντησε αυτός με σταθερή φωνή.

«Το όνομα μου δεν έχει σημασία, αν και γνωριζόμαστε» απάντησε η φωνή και από το βάθος ακούστηκε αντίλαλος.

Ξαφνικά το εκτυφλωτικό φως μειώθηκε. Τη θέση του πήρε ένα πιο απαλό, πιο γλυκό. Άρωμα λουλουδιών πλημμύρισε το χώρο. Ο Αλέξανδρος ένιωσε πιο ελαφρύς, οι μαύρες σκέψεις του έφυγαν προς στιγμή και άνοιξε επιτέλους τα μάτια του. Αυτό όμως που αντίκρισε ήταν τόσο αποτρόπαιο που δεν άντεξε και γονάτισε κλαίγοντας. Απέναντί του ήταν ένας άνθρωπος σταυρωμένος με γερά σκοινιά να δένουν τα χέρια και τα πόδια του. Είχε μακριά καστανά μαλλιά και το κεφάλι του ήταν σκυμμένο έτσι που να μη φαίνεται το πρόσωπό του. Και αυτός, ο Αλέξανδρος, ο αιώνιος πολεμιστής είχε πετρώσει και δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση του.

«Τι είσαι;» κατάφερε να αρθρώσει μετά από λίγα δευτερόλεπτα.

«Τι είμαι; Είμαι απλά ένας άνθρωπος. Θα μπορούσα να λέγομαι Προμηθέας δεσμώτης ή και Σίσυφος ή Χριστός ή είμαι απλά κάποιος δυστυχισμένος από τους πολλούς που υπάρχουν. Σημασία δεν έχει τι είμαι ή ποιος είμαι αλλά το κοινό που έχουμε εμείς οι δύο.»

«Ποιος σε έδεσε; Τι μπορώ να κάνω;»

«Πιστεύεις πως κάποιος με έχει δέσει, Αλέξανδρε; Πιστεύεις πως είναι το σώμα μου αυτό που είναι δεμένο; Σφάλεις. Η ψυχή μου είναι δεμένη, το πνεύμα μου είναι φυλακισμένο σε αυτό το μέρος και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι αυτό. Όπως θα είναι και η δικιά σου, όπως θα είναι και η δικιά σου…»

«Γιατί; Τι είναι όλα αυτά; Ποιος τα κάνει όλα αυτά; Τι κοινό έχουμε εμείς οι δύο για να με περιμένει τέτοια μοίρα;»

«Η μοίρα που έχουμε μπροστά μας δεν είναι προδιαγεγραμμένη, εμείς την ορίζουμε. Πρέπει να παραδεχτώ βέβαια πως υπάρχουν κάποιες ανώτερες δυνάμεις στον κόσμο μας που δημιουργούν ορισμένες καταστάσεις αλλά η δική μας στάση είναι αυτή που καθορίζει κάθε φορά προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα. Αυτή εδώ είναι η τιμωρία μου. Εγώ την προκάλεσα και εν μέρει και εσύ.»

«Εγώ; Πως;»

«Πλησίασε, Αλέξανδρε. Θέλω να σε δω από κοντά.»

Ο Αλέξανδρος σηκώθηκε και τρεμάμενος πλησίασε τον άνδρα που κρεμιόταν από το σταυρό. Έσκυψε το κεφάλι του και έγειρε το σώμα του για να μπορέσει να δει τα μάτια αυτού του δυστυχισμένου ανθρώπου. Όμως δεν υπήρχε τίποτα απολύτως εκεί για να παρατηρήσει. Δεν υπήρχαν μάτια αλλά δυο μαύρες τρύπες, κενές και άδειες.

«Δεν έχεις μάτια» ψέλλισε.

«Κι όμως έχω μάτια απλά δεν μπορείς να τα δεις, γιατί ποτέ δεν προσπάθησες να δεις τα μάτια των άλλων ανθρώπων, γιατί ποτέ δεν προσπάθησες να μάθεις τι κρύβουν μέσα τους.»

Ο Αλέξανδρος ένιωσε κάτι να τρυπάει το κεφάλι του, έμοιαζε με τρυπάνι που το είχαν φυτέψει στο κεφάλι του και είδε, είδε μέσα από τα μάτια του άλλου άνδρα, γνώρισε τον πόνο και το μαρτύριό του.

Είδε έναν νέο άνδρα με όνειρα και ελπίδες για το μέλλον. Γνώρισε τη γυναίκα και τα παιδιά του, προχώρησε μέσα στο σπίτι του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Και μετά ήρθε ο πόλεμος, τον είδε να παίρνει το σπαθί του και να πολεμάει, να χτυπάει αλύπητα τον εχθρό, να κομματιάζει κάθε μορφή ζωής. Και γνώρισε και τον εαυτό του στο πεδίο της μάχης, είδε το μανιασμένο πρόσωπό του καθώς πολεμούσε, αλλά το κυριότερο γνώρισε το σπαθί του που καταδίκαζε τους ανθρώπους σε αιώνια βασανιστήρια. Τέλος….

Επανήλθε στην πραγματικότητα. Έκλαιγε με αναφιλητά. Σήκωσε το κεφάλι του να ζητήσει συγνώμη, να του πει πως ειλικρινά μετανιώνει που τον καταδίκασε σε τέτοια βασανιστήρια, να ζητήσει να πάρει αυτός τη θέση του, να προσπαθήσει να επανορθώσει. Όμως ο σταυρός δεν ήταν εκεί. Μπροστά του απλωνόταν ένα μεγάλο και καταπράσινο λιβάδι. Στεκόταν στο κατώφλι του παραδείσου. Γύρισε απότομα το κεφάλι πίσω και είδε το σκότος να απλώνεται. Δεν είχε παρά να περάσει την πόρτα που υπήρχε μπροστά του και όλα θα ήταν παρελθόν. Ο εφιάλτης θα τελείωνε εκεί.

Έκανε το μεγάλο άλμα και η πόρτα πίσω του έκλεισε. Βρισκόταν στη μέση του πιο πανέμορφου κήπου που είχε αντικρίσει ποτέ. Ήταν στην Εδέμ. Η ανθοφορία ήταν έντονη, ο ήλιος μεσουρανούσε λαμπρός και το μεθυστικό άρωμα της ατμόσφαιρας τον έκανε να ξεχάσει το σκότος που είχε μείνει πλέον μακριά πίσω του. Ακόμα και τα ρούχα του είχαν αλλάξει. Τώρα φορούσε ένα χακί παντελόνι, ένα άσπρο μπλουζάκι και μαύρες αρβύλες. Ένιωσε καθαρός όπως ο ουρανός μετά από δυνατή βροχή όταν ξεπροβάλλει ο ήλιος και η ατμόσφαιρα είναι πεντακάθαρη. Στο βάθος είδε μία μεγάλη κουκουναριά. Προχώρησε προς τα εκεί.

Το δέντρο ήταν πολύ ψηλό, πιο ψηλό από κάθε άλλο που είχε δει ποτέ του. Τα κλαδιά του ήταν γεμάτα με μεγάλα και καφετιά κουκουνάρια. Η κορυφή του έστεκε περήφανη και αλύγιστη, απρόσβλητη από τον άνεμο. Στη βάση του ήταν πεσμένοι πολλοί καρποί και ο κορμός του είχε ένα παχύ στρώμα από βρύα και λειχήνες που υποδείκνυε πόσο παλιό ήταν αυτό το δέντρο. Το πάχος του κορμού του στη βάση είχε πλάτος που ξεπερνούσε τα δύο μέτρα και τα κλαδιά του ήταν τόσα πολλά και τόσο μπλεγμένα μεταξύ τους που μετά βίας τα διαπερνούσαν κάποιες λιγοστές ακτίνες του ήλιου. Το δέντρο της γνώσης έστεκε περήφανο μπροστά του.

Παρατήρησε κάθε κλαδί ξεχωριστά. Υπήρχε κάτι παράξενο πάνω τους που αδυνατούσε να προσδιορίσει. Αυτό όμως ήταν το δέντρο της γνώσης και αποφάσισε να του αποκαλυφθεί. Κάθε ένα από τα κλαδιά του ήταν η διακλάδωση και η στρέβλωση του χωροχρόνου σε πολλά παράλληλα επίπεδα. Πάνω στους ρόζους καθρεφτιζόταν διαφορετικές παράλληλες ιστορίες στους ίδιους κόσμους, ίδιες παράλληλες ιστορίες σε διαφορετικούς παράλληλους κόσμους, πάνω σε αυτά τα χορταριασμένα και παμπάλαια κλαδιά υπήρχε αναπαράσταση όλης της δημιουργίας στις πολλές εναλλακτικές πραγματικότητες που μπορεί να εμφανιστεί. Και ήταν τόσες πολλές, σχεδόν άπειρες. Μόνο όταν το δέντρο θα σταματούσε να μεγαλώνει θα έπαυαν να αυξάνονται και αυτές.

Είδε και τον εαυτό του κάπου εκεί μέσα. Αναγνώρισε τα κόκκινα μάτια του, τη μανία του να σκοτώνει και αποτράβηξε το βλέμμα του. Δεν άντεχε άλλο τέτοιες εικόνες. Προτίμησε να κοιτάξει σε άλλο κλαδί, σε κάποιον πιο ειρηνικό κόσμο. Εστίασε την προσοχή σε έναν κόσμο που υπήρχαν μόνο παιδιά που παίζανε και γελάγανε ασταμάτητα. Χαμογέλασε και αυτός αυθόρμητα. Θα ήθελε να γυρνούσε στα παιδικά του χρόνια και να αρχίσει από την αρχή. Και τότε θα ακολουθούσε άλλο δρόμο.

Έσκυψε και πήρε έναν καρπό από κάτω και τον έτριψε στα χέρια του. Από μέσα βγήκανε οι σπόροι, αναπάντεχα φρέσκοι και ζωντανοί. Μυρίζανε έντονα, το άρωμα τους διείσδυσε στη ρινική του κοιλότητα και ταξίδεψε σε όλο το σώμα του δημιουργώντας ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά του. Άφησε ασυναίσθητα τους σπόρους να πέσουν από τα χέρια του. Και εκεί που έπεσαν διάφορα άνθη ξεπετάχτηκαν απότομα, όλα όμορφα, όλα διαφορετικά μεταξύ τους. Είδε τουλίπες, κίτρινες και μαύρες, τριαντάφυλλα, κόκκινα και άσπρα, γαρίφαλα, ία, πετούνιες και άλλα πολλά. Μάζεψε από κάτω κουκουνάρια και άρχισε να μαζεύει με μανία τους σπόρους τους. Τους έβαζε στις τσέπες τους με σκοπό να τους χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή. Θα επανόρθωνε όσο μπορούσε για το κακό που είχε προκαλέσει.

Άνοιξε τα χέρια του στην έκταση και έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό. Απαλή βροχή άρχισε να πέφτει από τα σύννεφα που είχαν συγκεντρωθεί. Το νερό έπλυνε το πρόσωπό του, το σώμα του, την ψυχή του. Αφέθηκε εκεί με κλειστά τα μάτια, ένας θνητός μπροστά από το δέντρο της γνώσης…..

Βρισκόταν μέσα σε χαλάσματα όταν άνοιξε πάλι τα μάτια του. Ήταν μέσα στη δύνη του πολέμου. Ενός πολέμου διαφορετικού από αυτούς που είχε ζήσει ως τώρα. Βόμβες πέφτανε συνεχώς, εκρήξεις έφταναν στα αφτιά του από παντού. Άνθρωποι τρέχανε πανικόβλητοι να βρουν καταφύγιο, τραυματισμένοι ζητούσαν απεγνωσμένα βοήθεια, μάνες κλαίγανε για τα παιδιά τους. Έλεγξε τις τσέπες του για τους πολύτιμους σπόρους και με έκπληξη είδε πως στη ζώνη του ήταν περασμένο το σκοτεινό σπαθί που τον συντρόφευε πάντα στον πόλεμο. Μία φωνή ήχησε σαν καμπάνα στο μυαλό του που τον παρότρυνε να πολεμήσει. Όμως για δεύτερη φορά αρνήθηκε. Γιατί αυτός, ο Αλέξανδρος, δε θα πολεμούσε σε αυτόν τον πόλεμο, δε θα σήκωνε το σπαθί του, θα βοηθούσε μόνο τους πληγωμένους.

Έτρεξε προς ένα τραυματισμένο που έκλαιγε από τον πόνο. Τα θραύσματα από τις βόμβες τον είχαν πληγώσει σχεδόν θανάσιμα, το σώμα του είχε μεγάλα εγκαύματα. Ο Αλέξανδρος αγανάκτησε, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, πώς να βοηθήσει. Το χέρι του κύλησε ανεπαίσθητα στην τσέπη και έβγαλε ένα σπόρο. Άνοιξε το στόμα του ανθρώπου που ήταν πεσμένος κάτω και έβαλε το σπόρο μέσα. Και τότε οι πληγές γιατρεύτηκαν και τα εγκαύματα εξαφανίστηκαν. Ο Αλέξανδρος χαμογέλασε, όμως δεν έμεινε εκεί. Γύρω του υπήρχαν πολλοί που ήθελαν γιατρειά. Τώρα δε δίσταζε. Έτρεχε όπου μπορούσε και γιάτρευε όποιον δυστυχισμένο έβρισκε μπροστά του. Και αυτό κράτησε μέχρι το σούρουπο, μέχρι που ήρθε η παύση των βομβαρδισμών. Αυτός όμως συνέχιζε μέχρι που να μην του έχουν μείνει άλλοι σπόροι. Και τότε, μόνο τότε ακούμπησε το κουρασμένο σώμα του σε έναν τοίχο για να ξεκουραστεί. Ήταν ευτυχισμένος.

Στο βάθος παρατήρησε ένα λόφο. Πίσω από το λόφο είχε ξεπροβάλει η σελήνη πλήρως γεμάτη. Του φάνηκε πως το φεγγάρι χαμογελούσε και ταυτόχρονα έκλαιγε. Και τα δάκρυά του ήταν ασημένια και γεμίζανε τον ουρανό σαν καταρράκτης. Και μερικές φορές αφήνανε σημάδια πάνω στο μαύρο θόλο, σημάδια φωτεινά σαν αστέρια.

Στην κορυφή του ήταν επιβλητικά χτισμένο ένα πέτρινο κτίριο. Όμως τώρα ήταν βομβαρδισμένο και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν κάποιο σπίτι ή ένα δημόσιο κτίριο. Δεν είχε σημασία εξάλλου. Θα μπορούσαν να το επισκευάσουν στο μέλλον. Σημασία είχαν οι ανθρώπινες ζωές που δεν αναπληρώνονται. Μέσα από τα χαλάσματα κατάφερε να διακρίνει δύο μορφές που είχαν ξεπροβάλει. Τον χαιρετούσαν και αυτός ανταπέδωσε το χαιρετισμό.

Όταν βγήκανε στο φως της σελήνης, παρατήρησε την κορμοστασιά τους. Ήταν παιδιά από ότι μπορούσε να καταλάβει. Ίσως είχε σώσει τη ζωή τους, δε θυμόταν. Κι όμως είχαν κάτι γνωστό πάνω τους. Του θύμιζαν τα δικά του τα παιδιά. Με τη σκέψη αυτή πετάχτηκε από τη θέση του. Κοίταξε όσο καλύτερα του επέτρεπε η όρασή του. Δεν είχε αμφιβολία πλέον, ήταν οι γιοι του. Τους έκανε νόημα να κατέβουν αλλά εκείνα συνέχισαν να κουνούν απλά τα χεράκια τους. Έτρεξε αυτός προς τα κει με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει.

Ένας κεραυνός έπεσε στο λόφο και όλος ο τόπος σείστηκε. Μια φωνή ακούστηκε.

«Η τιμωρία είναι αναπόφευκτη, εσύ την προκάλεσες.»

«Όχι, όχι αυτό», ούρλιαξε…..

«Αλέξανδρε, ξύπνα αγάπη μου. Εφιάλτης είναι.»

Γύρισε το κεφάλι του και άνοιξε τα μάτια. Ο ιδρώτας τον έλουζε από την κορφή ως τα νύχια. Η Έλενα του χάιδευε απαλά τα μαλλιά. Στο κομοδίνο το ρολόι έγραφε τέσσερις και μισή. Δίπλα ήταν ένα βιβλίο, ‘Ανατομία του Πολέμου’ του Κόλμπι Σίνκλαιρ, και μια φωτογραφία των παιδιών του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και φόρεσε τις παντόφλες του.

«Τα παιδιά», είπε ασυναίσθητα και με αργά βήματα βγήκε από το δωμάτιο.

Έξω στο διάδρομο υπήρχε μία φωτογραφία με αυτόν και τους άλλους συναδέλφους του στρατού, τραβηγμένη στο Κόσσοβο όταν είχαν πάει σαν «ειρηνευτική» αποστολή. Στάθηκε στην αντικρινή πόρτα και όσο πιο σιγά μπορούσε γύρισε το χερούλι. Μπήκε μέσα στο δωμάτιο των γιων του. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ήρεμα στα κρεβατάκια τους. Παρατήρησε το δωμάτιο σαν να το έβλεπε πρώτη φορά. Τα αστέρια που φωσφορίζανε στο ταβάνι, τη ντουλάπα με τα ρούχα, το ψάθινο καλάθι με τα παιχνίδια, που κατά βάση ήταν πολεμικά, και τις πολύχρωμες κουρτίνες. Πλησίασε στα κρεβάτια, σκέπασε καλά τους γιους του, τους φίλησε στο μέτωπο και μετά βγήκε πάλι από το δωμάτιο.

«Να θυμηθώ να τους αγοράσω πιο ειρηνικά παιχνίδια», μονολόγησε και ξάπλωσε πάλι δίπλα στη γυναίκα του.

«Αλέξανδρε τα παιδιά είναι καλά, ηρέμησε. Είδες απλώς ένα όνειρο», του είπε όσο πιο τρυφερά μπορούσε και τον αγκάλιασε.

«Όνειρο;» μονολόγησε και σφάλισε τα μάτια του.

3 σχόλια:

panos είπε...

ξάδερφε είσαι και ο πρώτος

molemou είπε...

Τις ευχές μου για ότι καλύτερο σε σένα και την οικογένεια σου

ekfrasi είπε...

wow